|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο principal παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: sum
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | principal adj | (foremost, in front) | βασικός, κύριος, πρωταρχικός επίθ | | | The principal idea is good, but we need to change some details. | | | Η βασική ιδέα είναι καλή, αλλά πρέπει να αλλάξουμε κάποιες λεπτομέρειες. | | principal adj | (chief) | ανώτερος επίθ | | | | προϊστάμενος μτχ πρκ | | | | υπεύθυνος επίθ | | | | αρχι- πρόθημα | | | The principal architect had a good team working behind him. | | | Ο ανώτερος αρχιτέκτονας είχε μια καλή ομάδα υπό τις οδηγίες του. | | principal n | (school director) | διευθυντής, διευθύντρια ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | The principal of the school had to discipline the bad students. | | | Ο διευθυντής του σχολείου χρειάστηκε να τιμωρήσει τους κακούς μαθητές. | | principal n | (finance: capital sum) | κεφάλαιο ουσ ουδ | | | A repayment mortgage involves paying off the principal plus interest. | | | Ένα στεγαστικό δάνειο περιλαμβάνει την αποπληρωμή του κεφαλαίου και των τόκων. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | principal adj | (finance: of capital) | κεφαλαιακός επίθ | | | The principal investment required will be in the millions. | | principal adj | (theater: leading role) (χαρακτήρας) | κεντρικός επίθ | | | (ρόλος) | πρωταγωνιστικός επίθ | | | The principal role in this play is that of the murderer. | | principal adj | (music: first chair) | πρώτος επίθ | | | The principal clarinettist for the Philharmonic is a brilliant musician. | | principal n | (law: one authorizing) | εντολέας ουσ αρσ/θηλ | | | | εντολοδότης, εντολοδότρια ουσ αρσ, ου σθηλ | | | The principals designated agents to act on their behalf. | | principal n | (law: perpetrator, abettor) | ένοχος, ένοχη ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | | δράστης, δράστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | The man was the principal in this crime. The woman knew nothing about it. | | principal n | (leading performer) | πρώτο όνομα φρ ως ουσ ουδ | | | Steve is the principal in the group's latest production. |
|
|